διαισθητικότητα
•
- το να είναι κάποιος διαισθητικός, να έχει την ιδιότητα ή την ικανότητα της διαίσθησης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαισθητικότητα < διαισθητικός + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαισθητικότητα | διαισθητικότητες |
| Γενική | διαισθητικότητας | διαισθητικοτήτων |
| Αιτιατική | διαισθητικότητα | διαισθητικότητες |
| Κλητική | διαισθητικότητα | διαισθητικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →