Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαιτησία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. αθλητισμόςτο έργο του διαιτητή καθώς και ο τρόπος άσκησης των καθηκόντων του σε συγκεκριμένες περιπτώσεις Βικιλεξικό
  2. ο διαιτητής ενός συγκεκριμένου αγώνα ή το σύνολο των διαιτητών γενικότερα Βικιλεξικό
  3. νομικήδικαστικός θεσμός που δεν εντάσσεται στην τακτική δικαιοσύνη και αποσκοπεί στην επίλυση διαφορών μεταξύ δύο πλευρών από ουδέτερους τρίτους, τους οποίους έχουν αποδεχτεί ή υποδείξει οι ενδιαφερόμενοι αντίδικοι Βικιλεξικό
    • Στο σημείο αυτό όμως ο Γούναρης έκανε νεύμα προς τον Μπαλτατζή ώστε εκείνος να μην συμφωνήσει με τα λεγόμενα του πατέρα μου, ο οποίος, αντιλαμβανόμενος την κίνηση είπε: «Αυτό δεν είναι ούτε γνώμη συμβουλίου, ούτε διαιτησία, αλλά καραγκιόζ μπερντές!», και αμέσως μετά υπέβαλε την παραίτησή του. (Βασίλης Ι. Τζανακάρης, Εις θάνατον!, εκδ. Μεταίχμιο, 2014)

Ετυμολογία

διαιτησία < διαιτητής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιαιτησίαδιαιτησίες
Γενικήδιαιτησίαςδιαιτησιών
Αιτιατικήδιαιτησίαδιαιτησίες
Κλητικήδιαιτησίαδιαιτησίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →