Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαιτητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη διαιτησία Βικιλεξικό
    • διαιτητικό δικαστήριο
  2. σχετικός με τη δίαιτα Βικιλεξικό
    • διαιτητική αγωγή

Ετυμολογία

διαιτητικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαιτητικόςδιαιτητικήδιαιτητικό
Γενικήδιαιτητικούδιαιτητικήςδιαιτητικού
Αιτιατικήδιαιτητικόδιαιτητικήδιαιτητικό
Κλητικήδιαιτητικέδιαιτητικήδιαιτητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαιτητικοίδιαιτητικέςδιαιτητικά
Γενικήδιαιτητικώνδιαιτητικώνδιαιτητικών
Αιτιατικήδιαιτητικούςδιαιτητικέςδιαιτητικά
Κλητικήδιαιτητικοίδιαιτητικέςδιαιτητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →