διαιτολογία
•
- ιατρικήεπιστημονικός κλάδος που μελετά τη σύσταση, την πρόσληψη και τη ρύθμιση της τροφής σε σχέση με την υγεία, την πρόληψη και την αντιμετώπιση φυσιολογικών ή παθολογικών καταστάσεων του ανθρώπου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαιτολογία < διαιτολόγος + -ία (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική dietetics)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαιτολογία | διαιτολογίες |
| Γενική | διαιτολογίας | διαιτολογιών |
| Αιτιατική | διαιτολογία | διαιτολογίες |
| Κλητική | διαιτολογία | διαιτολογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →