διαιτολογικός
•
- σχετικός με την διαιτολογία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαιτολογικός < διαιτολογ(ία) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαιτολογικός | διαιτολογική | διαιτολογικό |
| Γενική | διαιτολογικού | διαιτολογικής | διαιτολογικού |
| Αιτιατική | διαιτολογικό | διαιτολογική | διαιτολογικό |
| Κλητική | διαιτολογικέ | διαιτολογική | διαιτολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαιτολογικοί | διαιτολογικές | διαιτολογικά |
| Γενική | διαιτολογικών | διαιτολογικών | διαιτολογικών |
| Αιτιατική | διαιτολογικούς | διαιτολογικές | διαιτολογικά |
| Κλητική | διαιτολογικοί | διαιτολογικές | διαιτολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →