Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαιτολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την διαιτολογία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαιτολογικός < διαιτολογ(ία) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαιτολογικόςδιαιτολογικήδιαιτολογικό
Γενικήδιαιτολογικούδιαιτολογικήςδιαιτολογικού
Αιτιατικήδιαιτολογικόδιαιτολογικήδιαιτολογικό
Κλητικήδιαιτολογικέδιαιτολογικήδιαιτολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαιτολογικοίδιαιτολογικέςδιαιτολογικά
Γενικήδιαιτολογικώνδιαιτολογικώνδιαιτολογικών
Αιτιατικήδιαιτολογικούςδιαιτολογικέςδιαιτολογικά
Κλητικήδιαιτολογικοίδιαιτολογικέςδιαιτολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →