Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαιωνίζω

ρήμα
•
  1. διατηρώ κάτι (στη μνήμη) για αιώνες, για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα Βικιλεξικό
  2. αναβάλλω, παρατείνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαιωνίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διαιωνίζω < (διά) δι- + αἰωνίζω :* για τη σημασία «αναβάλλω» <σημασιολογικό δάνειο από τη γερμανική verewigen

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδιαιωνίζωδιαιωνίζειςδιαιωνίζειδιαιωνίζουμεδιαιωνίζετεδιαιωνίζουν / διαιωνίζουνε
Παρατατικόςδιαιώνιζαδιαιώνιζεςδιαιώνιζεδιαιωνίζαμεδιαιωνίζατεδιαιωνίζαν / διαιωνίζανε / διαιώνιζαν
Αόριστοςδιαιώνισαδιαιώνισεςδιαιώνισεδιαιωνίσαμεδιαιωνίσατεδιαιωνίσαν / διαιωνίσανε / διαιώνισαν
Μέλλονταςθα διαιωνίζω / θα διαιωνίσωθα διαιωνίζεις / θα διαιωνίσειςθα διαιωνίζει / θα διαιωνίσειθα διαιωνίζουμε / θα διαιωνίσουμεθα διαιωνίζετε / θα διαιωνίσετεθα διαιωνίζουν / θα διαιωνίζουνε / θα διαιωνίσουν / θα διαιωνίσουνε
Παρακείμενοςέχω διαιωνίσειέχεις διαιωνίσειέχει διαιωνίσειέχουμε διαιωνίσειέχετε διαιωνίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα διαιωνίσειείχες διαιωνίσειείχε διαιωνίσειείχαμε διαιωνίσει——
Υποτακτικήνα έχω διαιωνίσει / να διαιωνίζω / να διαιωνίσωνα έχεις διαιωνίσει / να διαιωνίζεις / να διαιωνίσειςνα έχει διαιωνίσει / να διαιωνίζει / να διαιωνίσεινα έχουμε διαιωνίσει / να διαιωνίζουμε / να διαιωνίσουμενα έχετε διαιωνίσει / να διαιωνίζετε / να διαιωνίσετενα διαιωνίζουν / να διαιωνίζουνε / να διαιωνίσουν / να διαιωνίσουνε
Προστακτική—διαιώνιζε / διαιώνισε——διαιωνίζετε / διαιωνίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →