διαιωνίζω
•
- διατηρώ κάτι (στη μνήμη) για αιώνες, για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα Βικιλεξικό
- αναβάλλω, παρατείνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαιωνίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διαιωνίζω < (διά) δι- + αἰωνίζω :* για τη σημασία «αναβάλλω» <σημασιολογικό δάνειο από τη γερμανική verewigen
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαιωνίζω | διαιωνίζεις | διαιωνίζει | διαιωνίζουμε | διαιωνίζετε | διαιωνίζουν / διαιωνίζουνε |
| Παρατατικός | διαιώνιζα | διαιώνιζες | διαιώνιζε | διαιωνίζαμε | διαιωνίζατε | διαιωνίζαν / διαιωνίζανε / διαιώνιζαν |
| Αόριστος | διαιώνισα | διαιώνισες | διαιώνισε | διαιωνίσαμε | διαιωνίσατε | διαιωνίσαν / διαιωνίσανε / διαιώνισαν |
| Μέλλοντας | θα διαιωνίζω / θα διαιωνίσω | θα διαιωνίζεις / θα διαιωνίσεις | θα διαιωνίζει / θα διαιωνίσει | θα διαιωνίζουμε / θα διαιωνίσουμε | θα διαιωνίζετε / θα διαιωνίσετε | θα διαιωνίζουν / θα διαιωνίζουνε / θα διαιωνίσουν / θα διαιωνίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διαιωνίσει | έχεις διαιωνίσει | έχει διαιωνίσει | έχουμε διαιωνίσει | έχετε διαιωνίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διαιωνίσει | είχες διαιωνίσει | είχε διαιωνίσει | είχαμε διαιωνίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διαιωνίσει / να διαιωνίζω / να διαιωνίσω | να έχεις διαιωνίσει / να διαιωνίζεις / να διαιωνίσεις | να έχει διαιωνίσει / να διαιωνίζει / να διαιωνίσει | να έχουμε διαιωνίσει / να διαιωνίζουμε / να διαιωνίσουμε | να έχετε διαιωνίσει / να διαιωνίζετε / να διαιωνίσετε | να διαιωνίζουν / να διαιωνίζουνε / να διαιωνίσουν / να διαιωνίσουνε |
| Προστακτική | — | διαιώνιζε / διαιώνισε | — | — | διαιωνίζετε / διαιωνίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →