διακήρυξη
•
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διακηρύσσω Βικιλεξικό
- επίσημη έντυπη ή προφορική ανακοίνωση ή γνωστοποίηση αποφάσεων, θέσεων ή προθέσεων Βικιλεξικό
- επίσημο κείμενο με το οποίο διατυπώνονται και ανακοινώνονται θεμελιώδεις αρχές, ιδεολογικές, πολιτικές ή κοινωνικές θέσεις Βικιλεξικό
- επίσημο κείμενο με το οποίο ανακοινώνονται και επικυρώνονται συμφωνίες ή ρυθμίσεις σε διακρατικό ή θεσμικό επίπεδο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διακήρυξη < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα διακήρυξις (-σις > -ση) < ελληνιστική κοινή διακήρυξις (δημοπρασία), με αλλαγή της σημασίας κατά το διακηρύσσω. Νεότερες σημασίες < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική proclamation. Συγχρονικά αναλύεται σε δια + κήρυξη.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διακήρυξη | διακηρύξεις |
| Γενική | διακήρυξης | διακηρύξεων |
| Αιτιατική | διακήρυξη | διακηρύξεις |
| Κλητική | διακήρυξη | διακηρύξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →