Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διακήρυξη

/ði.aˈci.ɾi.ksi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διακηρύσσω Βικιλεξικό
  2. επίσημη έντυπη ή προφορική ανακοίνωση ή γνωστοποίηση αποφάσεων, θέσεων ή προθέσεων Βικιλεξικό
  3. επίσημο κείμενο με το οποίο διατυπώνονται και ανακοινώνονται θεμελιώδεις αρχές, ιδεολογικές, πολιτικές ή κοινωνικές θέσεις Βικιλεξικό
  4. επίσημο κείμενο με το οποίο ανακοινώνονται και επικυρώνονται συμφωνίες ή ρυθμίσεις σε διακρατικό ή θεσμικό επίπεδο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διακήρυξη < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα διακήρυξις (-σις > -ση) < ελληνιστική κοινή διακήρυξις (δημοπρασία), με αλλαγή της σημασίας κατά το διακηρύσσω. Νεότερες σημασίες < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική proclamation. Συγχρονικά αναλύεται σε δια + κήρυξη.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιακήρυξηδιακηρύξεις
Γενικήδιακήρυξηςδιακηρύξεων
Αιτιατικήδιακήρυξηδιακηρύξεις
Κλητικήδιακήρυξηδιακηρύξεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →