διακίνημα
•
- λόγιοεκτροπή οστού, ελαφρό στραμπούληγμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διακίνημα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διακίνημα < αρχαία ελληνική διακινέω / διακινῶ < κινέω / κινῶ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱey-. Μορφολογικά, δια- + κίνημα (κίνηση)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διακίνημα | διακινήματα |
| Γενική | διακινήματος | διακινημάτων |
| Αιτιατική | διακίνημα | διακινήματα |
| Κλητική | διακίνημα | διακινήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →