διακατέχω
•
- μεταφορικάκαταλαμβάνω την ψυχή κάποιου (για συναισθήματα) Βικιλεξικό
- Διακατέχομαι από φόβο.
- λόγιοκατέχω πλήρως Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διακατέχω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διακατέχω < διά + κατέχω (< κατά + ἔχω). Αναλύεται σε δια- + κατ- + έχω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διακατέχω | διακατέχεις | διακατέχει | διακατέχουμε | διακατέχετε | διακατέχουν / διακατέχουνε |
| Παρατατικός | διακατείχα / διακατεχόμουνα | διακατείχες / διακατεχόσουνα | διακατείχε / διακατεχότανε | διακατείχαμε | διακατείχατε / διακατεχόσαστε | διακατείχαν / διακατείχανε / διακατεχόντουσαν |
| Μέλλοντας | θα διακατέχω | θα διακατέχεις | θα διακατέχει | θα διακατέχουμε | θα διακατέχετε | θα διακατέχουν / θα διακατέχουνε |
| Υποτακτική | να διακατέχω | να διακατέχεις | να διακατέχει | να διακατέχουμε | να διακατέχετε | να διακατέχουν / να διακατέχουνε |
| Προστακτική | — | διακάτεχε | — | — | διακατέχετε | — |
Μεσοπαθητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διακατέχομαι | διακατέχεσαι | διακατέχεται | διακατεχόμαστε | διακατέχεστε | διακατέχονται |
| Παρατατικός | διακατεχόμουν | διακατεχόσουν | διακατεχόταν | διακατεχόμασταν / διακατεχόμαστε | διακατεχόσασταν | διακατέχονταν |
| Μέλλοντας | θα διακατέχομαι | θα διακατέχεσαι | θα διακατέχεται | θα διακατεχόμαστε | θα διακατέχεστε | θα διακατέχονται |
| Υποτακτική | να διακατέχομαι | να διακατέχεσαι | να διακατέχεται | να διακατεχόμαστε | να διακατέχεστε | να διακατέχονται |
| Προστακτική | — | — | — | — | διακατέχεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →