Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διακατευθυντικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που κατευθύνει ανάμεσα από κάτι Βικιλεξικό
  2. μετατοπιζόμενος σε πάνω από μία διάσταση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διακατευθυντικός < διά + κατευθύνω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιακατευθυντικόςδιακατευθυντικήδιακατευθυντικό
Γενικήδιακατευθυντικούδιακατευθυντικήςδιακατευθυντικού
Αιτιατικήδιακατευθυντικόδιακατευθυντικήδιακατευθυντικό
Κλητικήδιακατευθυντικέδιακατευθυντικήδιακατευθυντικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιακατευθυντικοίδιακατευθυντικέςδιακατευθυντικά
Γενικήδιακατευθυντικώνδιακατευθυντικώνδιακατευθυντικών
Αιτιατικήδιακατευθυντικούςδιακατευθυντικέςδιακατευθυντικά
Κλητικήδιακατευθυντικοίδιακατευθυντικέςδιακατευθυντικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →