διακλαδωτήρας
•
- εξάρτημα (σε σχήμα σταυρού, Τ, Χ, γωνίας κ.λπ.) που χρησιμεύει για να σχηματίζονται διακλαδώσεις (σωλήνων, καλωδίων κ.λπ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διακλαδωτήρας < θέμα διακλαδω- (δείτε διακλάδωση) + -τήρ > -τήρας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διακλαδωτήρας | διακλαδωτήρες |
| Γενική | διακλαδωτήρα | διακλαδωτήρων |
| Αιτιατική | διακλαδωτήρα | διακλαδωτήρες |
| Κλητική | διακλαδωτήρα | διακλαδωτήρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →