Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διακοινοτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που συμβαίνει ανάμεσα στα μέλη μιας κοινότητας Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραπου συμβαίνει ανάμεσα στα μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διακοινοτικός < διά + κοινότητα

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιακοινοτικόςδιακοινοτικήδιακοινοτικό
Γενικήδιακοινοτικούδιακοινοτικήςδιακοινοτικού
Αιτιατικήδιακοινοτικόδιακοινοτικήδιακοινοτικό
Κλητικήδιακοινοτικέδιακοινοτικήδιακοινοτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιακοινοτικοίδιακοινοτικέςδιακοινοτικά
Γενικήδιακοινοτικώνδιακοινοτικώνδιακοινοτικών
Αιτιατικήδιακοινοτικούςδιακοινοτικέςδιακοινοτικά
Κλητικήδιακοινοτικοίδιακοινοτικέςδιακοινοτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →