διακοινώνω
•
- κάνω διακοίνωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διακοινώνω < δια- + κοινός + -ώνω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική communiquer)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διακοινώνω | διακοινώνεις | διακοινώνει | διακοινώνουμε | διακοινώνετε | διακοινώνουν / διακοινώνουνε |
| Παρατατικός | διακοίνωνα | διακοίνωνες | διακοίνωνε | διακοινώναμε | διακοινώνατε | διακοίνωναν / διακοινώναν / διακοινώνανε |
| Αόριστος | διακοίνωσα | διακοίνωσες | διακοίνωσε | διακοινώσαμε | διακοινώσατε | διακοίνωσαν / διακοινώσαν / διακοινώσανε |
| Μέλλοντας | θα διακοινώνω / θα διακοινώσω | θα διακοινώνεις / θα διακοινώσεις | θα διακοινώνει / θα διακοινώσει | θα διακοινώνουμε / θα διακοινώσουμε | θα διακοινώνετε / θα διακοινώσετε | θα διακοινώνουν / θα διακοινώνουνε / θα διακοινώσουν / θα διακοινώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διακοινώσει | έχεις διακοινώσει | έχει διακοινώσει | έχουμε διακοινώσει | έχετε διακοινώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διακοινώσει | είχες διακοινώσει | είχε διακοινώσει | είχαμε διακοινώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διακοινώσει / να διακοινώνω / να διακοινώσω | να έχεις διακοινώσει / να διακοινώνεις / να διακοινώσεις | να έχει διακοινώσει / να διακοινώνει / να διακοινώσει | να έχουμε διακοινώσει / να διακοινώνουμε / να διακοινώσουμε | να έχετε διακοινώσει / να διακοινώνετε / να διακοινώσετε | να διακοινώνουν / να διακοινώνουνε / να διακοινώσουν / να διακοινώσουνε |
| Προστακτική | — | διακοίνωνε / διακοίνωσε | — | — | διακοινώνετε / διακοινώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →