Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διακομιστής

/ði̯a.ko.miˈstis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που διακομίζει, που μεταφέρει Βικιλεξικό
  2. πληροφορικήo εξυπηρετητής, ο σέρβερ Βικιλεξικό
  3. πληροφορικήεταιρεία–πάροχος υπηρεσιών διαδικτύου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διακομιστής < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διακομιστής (αγγελιοφόρος) < αρχαία ελληνική διακομίζω < δια- + κομίζω :* (εξυπηρετητής, ο σέρβερ): σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική server :* (εταιρεία–πάροχος υπηρεσιών διαδικτύου) σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική carrier ή σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική provider

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιακομιστήςδιακομιστές
Γενικήδιακομιστήδιακομιστών
Αιτιατικήδιακομιστήδιακομιστές
Κλητικήδιακομιστήδιακομιστές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →