διακομιστής
•
- αυτός που διακομίζει, που μεταφέρει Βικιλεξικό
- πληροφορικήo εξυπηρετητής, ο σέρβερ Βικιλεξικό
- πληροφορικήεταιρεία–πάροχος υπηρεσιών διαδικτύου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διακομιστής < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διακομιστής (αγγελιοφόρος) < αρχαία ελληνική διακομίζω < δια- + κομίζω :* (εξυπηρετητής, ο σέρβερ): σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική server :* (εταιρεία–πάροχος υπηρεσιών διαδικτύου) σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική carrier ή σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική provider
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διακομιστής | διακομιστές |
| Γενική | διακομιστή | διακομιστών |
| Αιτιατική | διακομιστή | διακομιστές |
| Κλητική | διακομιστή | διακομιστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →