Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διακονικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με το διάκονο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διακονικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιακονικόςδιακονικήδιακονικό
Γενικήδιακονικούδιακονικήςδιακονικού
Αιτιατικήδιακονικόδιακονικήδιακονικό
Κλητικήδιακονικέδιακονικήδιακονικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιακονικοίδιακονικέςδιακονικά
Γενικήδιακονικώνδιακονικώνδιακονικών
Αιτιατικήδιακονικούςδιακονικέςδιακονικά
Κλητικήδιακονικοίδιακονικέςδιακονικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →