διακονώ
•
- υπηρετώ με αφοσίωση (μια επιστήμη, ένα σκοπό κ.λπ.) Βικιλεξικό
- θρησκείαείμαι διάκονος κι ασκώ τα σχετικά καθήκοντα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διακονώ < αρχαία ελληνική διακονέω / διακονῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διακονώ | διακονείς | διακονεί | διακονούμε | διακονείτε | διακονούν / διακονούνε |
| Παρατατικός | διακονούσα | διακονούσες | διακονούσε | διακονούσαμε | διακονούσατε | διακονούσαν / διακονούσανε |
| Αόριστος | διακόνησα | διακόνησες | διακόνησε | διακονήσαμε | διακονήσατε | διακονήσαν / διακονήσανε / διακόνησαν |
| Μέλλοντας | θα διακονήσω / θα διακονώ | θα διακονήσεις / θα διακονείς | θα διακονήσει / θα διακονεί | θα διακονήσουμε / θα διακονούμε | θα διακονήσετε / θα διακονείτε | θα διακονήσουν / θα διακονήσουνε / θα διακονούν / θα διακονούνε |
| Παρακείμενος | έχω διακονήσει | έχεις διακονήσει | έχει διακονήσει | έχουμε διακονήσει | έχετε διακονήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διακονήσει | είχες διακονήσει | είχε διακονήσει | είχαμε διακονήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διακονήσει / να διακονήσω / να διακονώ | να έχεις διακονήσει / να διακονήσεις / να διακονείς | να έχει διακονήσει / να διακονήσει / να διακονεί | να έχουμε διακονήσει / να διακονήσουμε / να διακονούμε | να έχετε διακονήσει / να διακονήσετε / να διακονείτε | να διακονήσουν / να διακονήσουνε / να διακονούν / να διακονούνε |
| Προστακτική | — | διακόνει / διακόνησε | — | — | διακονήστε / διακονείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →