διακοπές
•
- περίοδος καθορισμένης αργίας, κατά την οποία διακόπτεται η λειτουργία των εκπαιδευτικών ή άλλων ιδρυμάτων, καταστημάτων κ.λπ. Βικιλεξικό
- καλοκαιρινές διακοπές
- διακοπές των Xριστουγέννων
- περίοδος πολυήμερης διακοπής της εργασίας (για εργαζόμενο) ή των μαθημάτων (για μαθητή ή σπουδαστή) για ξεκούραση και ψυχαγωγία, που συνδυάζεται συνήθως με ταξίδια αναψυχής Βικιλεξικό
- πού θα πάμε φέτος στις διακοπές;
- (κατ' επέκταση) το ταξίδι αναψυχής που πραγματοποιείται σε αυτήν την περίοδο
- πού θα πάτε φέτος διακοπές;
Ετυμολογία
διακοπές < διακοπή (λόγω της διακοπής των εργασιών)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →