διακοσάευρο
•
- νεολογισμόςδιακόσια ευρώ Βικιλεξικό
- νόμισμαχαρτονόμισμα των διακοσίων ευρώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διακοσάευρο < διακόσια + ευρ(ώ) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διακοσάευρο | διακοσάευρα |
| Γενική | διακοσάευρου | διακοσάευρων |
| Αιτιατική | διακοσάευρο | διακοσάευρα |
| Κλητική | διακοσάευρο | διακοσάευρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →