διακράτηση
•
- λόγιοη κατοχή κάποιου αντικειμένου από κάποιο άτομο για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα Βικιλεξικό
- λόγιοη διατήρηση κάποιων αξιών (π.χ. μετοχών, μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, ομολόγων) για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα για επενδυτικό σκοπό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διακράτηση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διακράτησις (κράτημα, σταμάτημα) :με την οικονομική σημασία: μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική holding
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διακράτηση | διακρατήσεις |
| Γενική | διακράτησης | διακρατήσεων |
| Αιτιατική | διακράτηση | διακρατήσεις |
| Κλητική | διακράτηση | διακρατήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →