Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διακράτηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοη κατοχή κάποιου αντικειμένου από κάποιο άτομο για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα Βικιλεξικό
  2. λόγιοη διατήρηση κάποιων αξιών (π.χ. μετοχών, μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, ομολόγων) για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα για επενδυτικό σκοπό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διακράτηση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διακράτησις (κράτημα, σταμάτημα) :με την οικονομική σημασία: μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική holding

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιακράτησηδιακρατήσεις
Γενικήδιακράτησηςδιακρατήσεων
Αιτιατικήδιακράτησηδιακρατήσεις
Κλητικήδιακράτησηδιακρατήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →