διακριτικό
•
- γνώρισμα ή σημάδι που χαρακτηρίζει ή διαφοροποιεί Βικιλεξικό
- διακριτικό σημάδι στη γραφή όπως τόνος, πνεύμα, σημάδι προσωδίας Βικιλεξικό
- παραδειγματα
- ελληνικά γράμματα με διακριτικά: ἁ ᾷ Ῥ ΐ
- λατινικά γράμματα με διακριτικά: é É ü ô
Ετυμολογία
διακριτικό: ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου διακριτικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διακριτικό | διακριτικά |
| Γενική | διακριτικού | διακριτικών |
| Αιτιατική | διακριτικό | διακριτικά |
| Κλητική | διακριτικό | διακριτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →