διακτινίζω
•
- νεολογισμόςμεταφέρω κάποιον ή κάτι στον χωροχρόνο, σε άλλο σημείο τοπικά και χρονικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διακτινίζω < δια- + ακτίνα + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διακτινίζω | διακτινίζεις | διακτινίζει | διακτινίζουμε | διακτινίζετε | διακτινίζουν / διακτινίζουνε |
| Παρατατικός | διακτίνιζα | διακτίνιζες | διακτίνιζε | διακτινίζαμε | διακτινίζατε | διακτίνιζαν / διακτινίζαν / διακτινίζανε |
| Αόριστος | διακτίνισα | διακτίνισες | διακτίνισε | διακτινίσαμε | διακτινίσατε | διακτίνισαν / διακτινίσαν / διακτινίσανε |
| Μέλλοντας | θα διακτινίζω / θα διακτινίσω | θα διακτινίζεις / θα διακτινίσεις | θα διακτινίζει / θα διακτινίσει | θα διακτινίζουμε / θα διακτινίσουμε | θα διακτινίζετε / θα διακτινίσετε | θα διακτινίζουν / θα διακτινίζουνε / θα διακτινίσουν / θα διακτινίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διακτινίσει | έχεις διακτινίσει | έχει διακτινίσει | έχουμε διακτινίσει | έχετε διακτινίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διακτινίσει | είχες διακτινίσει | είχε διακτινίσει | είχαμε διακτινίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διακτινίσει / να διακτινίζω / να διακτινίσω | να έχεις διακτινίσει / να διακτινίζεις / να διακτινίσεις | να έχει διακτινίσει / να διακτινίζει / να διακτινίσει | να έχουμε διακτινίσει / να διακτινίζουμε / να διακτινίσουμε | να έχετε διακτινίσει / να διακτινίζετε / να διακτινίσετε | να διακτινίζουν / να διακτινίζουνε / να διακτινίσουν / να διακτινίσουνε |
| Προστακτική | — | διακτίνιζε / διακτίνισε | — | — | διακτινίζετε / διακτινίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →