διακωμώδηση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διακωμωδώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διακωμώδηση < διακωμωδώ, διακωμωδη- + -σις > -ση < αρχαία ελληνική διακωμῳδέω / διακωμῳδῶ < διά + κωμῳδέω / κωμῳδῶ < κωμῳδία < κῶμος + ᾠδή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διακωμώδηση | διακωμωδήσεις |
| Γενική | διακωμώδησης | διακωμωδήσεων |
| Αιτιατική | διακωμώδηση | διακωμωδήσεις |
| Κλητική | διακωμώδηση | διακωμωδήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →