Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαλάληση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαλαλώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαλάληση < ελληνιστική κοινή διαλάλησις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιαλάλησηδιαλαλήσεις
Γενικήδιαλάλησηςδιαλαλήσεων
Αιτιατικήδιαλάλησηδιαλαλήσεις
Κλητικήδιαλάλησηδιαλαλήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →