διαλογέας
•
- επάγγελμαπου κάνει τη διαλογή Βικιλεξικό
- που κάνει τη διαλογή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαλογέας < διαλογ(ή) + (-εύς) -έας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαλογέας | διαλογείς |
| Γενική | διαλογέα | διαλογέων |
| Αιτιατική | διαλογέα | διαλογείς |
| Κλητική | διαλογέα | διαλογείς |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →