διαλογικός
•
- χαρακτηριστικός του διαλόγου Βικιλεξικό
- αυτός που έχει τη μορφή διαλόγου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαλογικός < διάλογ(ος) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαλογικός | διαλογική | διαλογικό |
| Γενική | διαλογικού | διαλογικής | διαλογικού |
| Αιτιατική | διαλογικό | διαλογική | διαλογικό |
| Κλητική | διαλογικέ | διαλογική | διαλογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαλογικοί | διαλογικές | διαλογικά |
| Γενική | διαλογικών | διαλογικών | διαλογικών |
| Αιτιατική | διαλογικούς | διαλογικές | διαλογικά |
| Κλητική | διαλογικοί | διαλογικές | διαλογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →