Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαλογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. χαρακτηριστικός του διαλόγου Βικιλεξικό
  2. αυτός που έχει τη μορφή διαλόγου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαλογικός < διάλογ(ος) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαλογικόςδιαλογικήδιαλογικό
Γενικήδιαλογικούδιαλογικήςδιαλογικού
Αιτιατικήδιαλογικόδιαλογικήδιαλογικό
Κλητικήδιαλογικέδιαλογικήδιαλογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαλογικοίδιαλογικέςδιαλογικά
Γενικήδιαλογικώνδιαλογικώνδιαλογικών
Αιτιατικήδιαλογικούςδιαλογικέςδιαλογικά
Κλητικήδιαλογικοίδιαλογικέςδιαλογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →