διαλογιστικός
•
- που αφορά ή ασχολείται με διαλογισμό Βικιλεξικό
- μεταφορικάστοχαστικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαλογιστικός | διαλογιστική | διαλογιστικό |
| Γενική | διαλογιστικού | διαλογιστικής | διαλογιστικού |
| Αιτιατική | διαλογιστικό | διαλογιστική | διαλογιστικό |
| Κλητική | διαλογιστικέ | διαλογιστική | διαλογιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαλογιστικοί | διαλογιστικές | διαλογιστικά |
| Γενική | διαλογιστικών | διαλογιστικών | διαλογιστικών |
| Αιτιατική | διαλογιστικούς | διαλογιστικές | διαλογιστικά |
| Κλητική | διαλογιστικοί | διαλογιστικές | διαλογιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →