Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαλογιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αφορά ή ασχολείται με διαλογισμό Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάστοχαστικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαλογιστικόςδιαλογιστικήδιαλογιστικό
Γενικήδιαλογιστικούδιαλογιστικήςδιαλογιστικού
Αιτιατικήδιαλογιστικόδιαλογιστικήδιαλογιστικό
Κλητικήδιαλογιστικέδιαλογιστικήδιαλογιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαλογιστικοίδιαλογιστικέςδιαλογιστικά
Γενικήδιαλογιστικώνδιαλογιστικώνδιαλογιστικών
Αιτιατικήδιαλογιστικούςδιαλογιστικέςδιαλογιστικά
Κλητικήδιαλογιστικοίδιαλογιστικέςδιαλογιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →