Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαλυτικά

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. διακριτικό σημάδισημείο γραφής (¨) που μπαίνει πάνω από το ι ή το υ για να δηλώσει ότι δεν υπάρχει δίψηφο φωνήεν· π.χ. στη λέξη γαϊδούρι δεν υπάρχει δίψηφο φωνήεν αι (που προφέρεται e) αλλά δύο χωριστά φωνήεντα που προφέρονται ai Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαλυτικά < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου διαλυτικός στον πληθυντικό < (ελληνιστική κοινή) (της διφθόγγου)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιαλυτικάδιαλυτικά
Γενική—διαλυτικών
Αιτιατική—διαλυτικά
Κλητική—διαλυτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

διαλυτικά

επίρρημα
•
  1. κατά τρόπο που προκαλεί διάλυση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαλυτικά < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου διαλυτικός στον πληθυντικό < (ελληνιστική κοινή) (της διφθόγγου)

Άλλοι τύποι

διαλυτικάδιαλυτικών

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →