διαμέτρημα
•
- το μήκος της διαμέτρου ενός κυλίνδρου ή κυλινδρικού σώματος και (ειδικότερα) της κάννης ενός πυροβόλου όπλου Βικιλεξικό
- Η ρουκέτα που χρησιμοποιήθηκε χθες είναι πολύ μικρότερη, τόσο στο διαμέτρημα, όσο και στο βεληνεκές. (*)
- μεταφορικάη αξία και η απήχηση κάποιου σε σχέση με άλλους, πάνω σε κάποιον τομέα Βικιλεξικό
- H ελληνική γλώσσα -παρότι το γεωγραφικό… διαμέτρημα της χώρας μας μικρό- έχει καταφέρει να απλώσει ρίζες σε όλο τον κόσμο. (*)
Ετυμολογία
διαμέτρημα (μαρτυρείται από το 1886) < αρχαία ελληνική διαμετρέω / διαμετρῶ + -μα < διά + μετρέω / μετρῶ < μέτρον < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *meh₁- (μετρώ) (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική calibre)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαμέτρημα | διαμετρήματα |
| Γενική | διαμετρήματος | διαμετρημάτων |
| Αιτιατική | διαμέτρημα | διαμετρήματα |
| Κλητική | διαμέτρημα | διαμετρήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →