διαμήκης
•
- λόγιοπου εκτείνεται σε όλο το μήκος Βικιλεξικό
- Η διαμήκης τομή είναι το αντίθετο της εγκάρσιας τομής.
- ναυπηγικός όρος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαμήκης (μαρτυρείται από το 1898) < ελληνιστική κοινή διάμηκος < δια- + αρχαία ελληνική μῆκ(ος) + -ης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαμήκης | — | διάμηκες |
| Γενική | διαμήκους | — | διαμήκους |
| Αιτιατική | διαμήκη | — | διάμηκες |
| Κλητική | διαμήκη | — | διάμηκες |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαμήκεις | — | διαμήκη |
| Γενική | διαμήκων | — | διαμήκων |
| Αιτιατική | διαμήκεις | — | διαμήκη |
| Κλητική | διαμήκεις | — | διαμήκη |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →