Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαμαγνητισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η ιδιότητα που έχουν τα διαμαγνητικά υλικά, να απωθούνται από εφαρμοζόμενο μαγνητικό πεδίο Βικιλεξικό
    • Η υπεραγωγιμότητα δηλαδή σχετίζεται α. με μηδενική αντίσταση και β. με την εκδήλωση ενός έντονου διαμαγνητισμού (Δικτυακός Τόπος Σελίδων Μαθημάτων, Σχολής Μηχανολόγων Μηχανικών, Ε.Μ.Π., ανακτήθηκε στις 24/10/2021 https://web.archive.org/web/20211024085023/http://courseware.mech.ntua.gr/ml00001/mathimata/c-Superconductors-1.pdf)

Ετυμολογία

διαμαγνητισμός < γαλλική diamagnétisme < dia- / δια- + magnétisme / μαγνητισμός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιαμαγνητισμόςδιαμαγνητισμοί
Γενικήδιαμαγνητισμούδιαμαγνητισμών
Αιτιατικήδιαμαγνητισμόδιαμαγνητισμούς
Κλητικήδιαμαγνητισμέδιαμαγνητισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →