διαμαντόπετρα
•
- κόσμημαδιαμάντι που το έχουν κατεργαστεί και το έχουν προσαρμόσει σε κόσμημα Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάένα τέτοιο κόσμημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαμαντόπετρα < διαμάντ(ι) + -ό- + πέτρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαμαντόπετρα | διαμαντόπετρες |
| Γενική | διαμαντόπετρας | — |
| Αιτιατική | διαμαντόπετρα | διαμαντόπετρες |
| Κλητική | διαμαντόπετρα | διαμαντόπετρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →