διαμετρικός
•
- που έχει σχέση με τη διάμετρο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου είναι διαφορετικός ή αντίθετος με κάτι άλλο, σε άλλη πλευρά (τελείως) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαμετρικός < ελληνιστική κοινή διαμετρικός < αρχαία ελληνική διάμετρος < διά + μέτρον
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαμετρικός | διαμετρική | διαμετρικό |
| Γενική | διαμετρικού | διαμετρικής | διαμετρικού |
| Αιτιατική | διαμετρικό | διαμετρική | διαμετρικό |
| Κλητική | διαμετρικέ | διαμετρική | διαμετρικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαμετρικοί | διαμετρικές | διαμετρικά |
| Γενική | διαμετρικών | διαμετρικών | διαμετρικών |
| Αιτιατική | διαμετρικούς | διαμετρικές | διαμετρικά |
| Κλητική | διαμετρικοί | διαμετρικές | διαμετρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →