Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαμετρώ

ρήμα
•
  1. παρωχημένομετρώ, καταμετρώ, υπολογίζω Βικιλεξικό
  2. παρωχημένολογαριάζω, σκέφτομαι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαμετρώ < αρχαία ελληνική διαμετρέω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδιαμετράω / διαμετρώδιαμετράςδιαμετρά / διαμετράειδιαμετράμε / διαμετρούμεδιαμετράτεδιαμετράν / διαμετράνε / διαμετρούν / διαμετρούνε
Παρατατικόςδιαμετρούσαδιαμετρούσεςδιαμετρούσεδιαμετρούσαμεδιαμετρούσατεδιαμετρούσαν / διαμετρούσανε
Αόριστοςδιαμέτρησαδιαμέτρησεςδιαμέτρησεδιαμετρήσαμεδιαμετρήσατεδιαμέτρησαν / διαμετρήσαν / διαμετρήσανε
Μέλλονταςθα διαμετράω / θα διαμετρήσω / θα διαμετρώθα διαμετράς / θα διαμετρήσειςθα διαμετρά / θα διαμετράει / θα διαμετρήσειθα διαμετράμε / θα διαμετρήσουμε / θα διαμετρούμεθα διαμετράτε / θα διαμετρήσετεθα διαμετράν / θα διαμετράνε / θα διαμετρήσουν / θα διαμετρήσουνε / θα διαμετρούν / θα διαμετρούνε
Παρακείμενοςέχω διαμετρήσειέχεις διαμετρήσει————
Υπερσυντέλικοςείχα διαμετρήσει—————
Υποτακτικήνα έχω διαμετρήσει / να διαμετράω / να διαμετρήσω / να διαμετρώνα έχεις διαμετρήσει / να διαμετράς / να διαμετρήσειςνα διαμετρά / να διαμετράει / να διαμετρήσεινα διαμετράμε / να διαμετρήσουμε / να διαμετρούμενα διαμετράτε / να διαμετρήσετενα διαμετράν / να διαμετράνε / να διαμετρήσουν / να διαμετρήσουνε / να διαμετρούν / να διαμετρούνε
Προστακτική—διαμέτρα / διαμέτραγε / διαμέτρησε——διαμετράτε / διαμετρήστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →