διαμετρώ
•
- παρωχημένομετρώ, καταμετρώ, υπολογίζω Βικιλεξικό
- παρωχημένολογαριάζω, σκέφτομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαμετρώ < αρχαία ελληνική διαμετρέω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαμετράω / διαμετρώ | διαμετράς | διαμετρά / διαμετράει | διαμετράμε / διαμετρούμε | διαμετράτε | διαμετράν / διαμετράνε / διαμετρούν / διαμετρούνε |
| Παρατατικός | διαμετρούσα | διαμετρούσες | διαμετρούσε | διαμετρούσαμε | διαμετρούσατε | διαμετρούσαν / διαμετρούσανε |
| Αόριστος | διαμέτρησα | διαμέτρησες | διαμέτρησε | διαμετρήσαμε | διαμετρήσατε | διαμέτρησαν / διαμετρήσαν / διαμετρήσανε |
| Μέλλοντας | θα διαμετράω / θα διαμετρήσω / θα διαμετρώ | θα διαμετράς / θα διαμετρήσεις | θα διαμετρά / θα διαμετράει / θα διαμετρήσει | θα διαμετράμε / θα διαμετρήσουμε / θα διαμετρούμε | θα διαμετράτε / θα διαμετρήσετε | θα διαμετράν / θα διαμετράνε / θα διαμετρήσουν / θα διαμετρήσουνε / θα διαμετρούν / θα διαμετρούνε |
| Παρακείμενος | έχω διαμετρήσει | έχεις διαμετρήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διαμετρήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διαμετρήσει / να διαμετράω / να διαμετρήσω / να διαμετρώ | να έχεις διαμετρήσει / να διαμετράς / να διαμετρήσεις | να διαμετρά / να διαμετράει / να διαμετρήσει | να διαμετράμε / να διαμετρήσουμε / να διαμετρούμε | να διαμετράτε / να διαμετρήσετε | να διαμετράν / να διαμετράνε / να διαμετρήσουν / να διαμετρήσουνε / να διαμετρούν / να διαμετρούνε |
| Προστακτική | — | διαμέτρα / διαμέτραγε / διαμέτρησε | — | — | διαμετράτε / διαμετρήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →