διαμηνύω
•
- λόγιοστέλνω μήνυμα σε κάποιον παραγγέλλοντάς του κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαμηνύω < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική διαμηνύω < ελληνιστική κοινή διαμηνύω < αρχαία ελληνική δια- + μηνύω
Άλλοι τύποι
διαμήνυσαδιαμηνύθηκαδιαμηνύομαιδιεμήνυσαδιεμηνύθη3o
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →