διαμιάς
•
- χωρίς μεσολάβηση χρονικού διαστήματος, αμέσως Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαμιάς < διά + μιας, (μεταφραστικό δάνειο) νέα ελληνική με μιας : Κατ' άλλη άποψη, κληρονομημένο από τη μεσαιωνική ελληνική διαμιᾶς (αμέσως), συνεκφορά φράσης < ελληνιστική κοινή διὰ μιᾶς + γενική πτώση (με τη μία...)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →