διαμφισβητώ
•
- λόγιοαμφισβητώ ότι κάτι ανήκει σε άλλον και το διεκδικώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαμφισβητώ < αρχαία ελληνική διαμφισβητέω / διαμφισβητῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαμφισβητώ | διαμφισβητείς | διαμφισβητεί | διαμφισβητούμε | διαμφισβητείτε | διαμφισβητούν / διαμφισβητούνε |
| Παρατατικός | διαμφισβητούσα | διαμφισβητούσες | διαμφισβητούσε | διαμφισβητούσαμε | διαμφισβητούσατε | διαμφισβητούσαν / διαμφισβητούσανε |
| Αόριστος | διαμφισβήτησα | διαμφισβήτησες | διαμφισβήτησε | διαμφισβητήσαμε | διαμφισβητήσατε | διαμφισβήτησαν / διαμφισβητήσαν / διαμφισβητήσανε |
| Μέλλοντας | θα διαμφισβητήσω / θα διαμφισβητώ | θα διαμφισβητήσεις / θα διαμφισβητείς | θα διαμφισβητήσει / θα διαμφισβητεί | θα διαμφισβητήσουμε / θα διαμφισβητούμε | θα διαμφισβητήσετε / θα διαμφισβητείτε | θα διαμφισβητήσουν / θα διαμφισβητήσουνε / θα διαμφισβητούν / θα διαμφισβητούνε |
| Παρακείμενος | έχω διαμφισβητήσει | έχεις διαμφισβητήσει | έχει διαμφισβητήσει | έχουμε διαμφισβητήσει | έχετε διαμφισβητήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διαμφισβητήσει | είχες διαμφισβητήσει | είχε διαμφισβητήσει | είχαμε διαμφισβητήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διαμφισβητήσει / να διαμφισβητήσω / να διαμφισβητώ | να έχεις διαμφισβητήσει / να διαμφισβητήσεις / να διαμφισβητείς | να έχει διαμφισβητήσει / να διαμφισβητήσει / να διαμφισβητεί | να έχουμε διαμφισβητήσει / να διαμφισβητήσουμε / να διαμφισβητούμε | να έχετε διαμφισβητήσει / να διαμφισβητήσετε / να διαμφισβητείτε | να διαμφισβητήσουν / να διαμφισβητήσουνε / να διαμφισβητούν / να διαμφισβητούνε |
| Προστακτική | — | διαμφισβήτει / διαμφισβήτησε | — | — | διαμφισβητήστε / διαμφισβητείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →