Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διανάκτης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ναυτικός όροςκαλαφάτης Βικιλεξικό
  2. ναυτικός όροςμηχανικός πλοίου που έχει ως καθήκοντα τη μετάγγιση καυσίμων ή λαδιών, την άντληση αποβλήτων κ.ά. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διανάκτης < ελληνιστική κοινή διανάσσω (καλαφατίζω) < αρχαία ελληνική διά + νάσσω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιανάκτηςδιανάκτες
Γενικήδιανάκτηδιανακτών
Αιτιατικήδιανάκτηδιανάκτες
Κλητικήδιανάκτηδιανάκτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →