διανάκτης
•
- ναυτικός όροςκαλαφάτης Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςμηχανικός πλοίου που έχει ως καθήκοντα τη μετάγγιση καυσίμων ή λαδιών, την άντληση αποβλήτων κ.ά. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διανάκτης < ελληνιστική κοινή διανάσσω (καλαφατίζω) < αρχαία ελληνική διά + νάσσω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διανάκτης | διανάκτες |
| Γενική | διανάκτη | διανακτών |
| Αιτιατική | διανάκτη | διανάκτες |
| Κλητική | διανάκτη | διανάκτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →