Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διανεμίζω

ρήμα
•
  1. παρωχημένοδιασκορπίζω στον άνεμο Βικιλεξικό
  2. παρωχημένολιχνίζω Βικιλεξικό
  3. εκθέτω κάτι στον άνεμο, για να στεγνώσει ή να στραγγίσει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διανεμίζω < δια- + ανεμίζω < ελληνιστική κοινή ἀνεμίζω < αρχαία ελληνική ἄνεμος

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδιανεμίζωδιανεμίζειςδιανεμίζειδιανεμίζουμεδιανεμίζετεδιανεμίζουν / διανεμίζουνε
Παρατατικόςδιανέμιζαδιανέμιζεςδιανέμιζεδιανεμίζαμεδιανεμίζατεδιανέμιζαν / διανεμίζαν / διανεμίζανε
Αόριστοςδιανέμισαδιανέμισεςδιανέμισεδιανεμίσαμεδιανεμίσατεδιανέμισαν / διανεμίσαν / διανεμίσανε
Μέλλονταςθα διανεμίζω / θα διανεμίσωθα διανεμίζεις / θα διανεμίσειςθα διανεμίζει / θα διανεμίσειθα διανεμίζουμε / θα διανεμίσουμεθα διανεμίζετε / θα διανεμίσετεθα διανεμίζουν / θα διανεμίζουνε / θα διανεμίσουν / θα διανεμίσουνε
Παρακείμενοςέχω διανεμίσειέχεις διανεμίσειέχει διανεμίσειέχουμε διανεμίσειέχετε διανεμίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα διανεμίσειείχες διανεμίσειείχε διανεμίσειείχαμε διανεμίσει——
Υποτακτικήνα έχω διανεμίσει / να διανεμίζω / να διανεμίσωνα έχεις διανεμίσει / να διανεμίζεις / να διανεμίσειςνα έχει διανεμίσει / να διανεμίζει / να διανεμίσεινα έχουμε διανεμίσει / να διανεμίζουμε / να διανεμίσουμενα έχετε διανεμίσει / να διανεμίζετε / να διανεμίσετενα διανεμίζουν / να διανεμίζουνε / να διανεμίσουν / να διανεμίσουνε
Προστακτική—διανέμιζε / διανέμισε——διανεμίζετε / διανεμίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →