διανεμίζω
•
- παρωχημένοδιασκορπίζω στον άνεμο Βικιλεξικό
- παρωχημένολιχνίζω Βικιλεξικό
- εκθέτω κάτι στον άνεμο, για να στεγνώσει ή να στραγγίσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διανεμίζω < δια- + ανεμίζω < ελληνιστική κοινή ἀνεμίζω < αρχαία ελληνική ἄνεμος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διανεμίζω | διανεμίζεις | διανεμίζει | διανεμίζουμε | διανεμίζετε | διανεμίζουν / διανεμίζουνε |
| Παρατατικός | διανέμιζα | διανέμιζες | διανέμιζε | διανεμίζαμε | διανεμίζατε | διανέμιζαν / διανεμίζαν / διανεμίζανε |
| Αόριστος | διανέμισα | διανέμισες | διανέμισε | διανεμίσαμε | διανεμίσατε | διανέμισαν / διανεμίσαν / διανεμίσανε |
| Μέλλοντας | θα διανεμίζω / θα διανεμίσω | θα διανεμίζεις / θα διανεμίσεις | θα διανεμίζει / θα διανεμίσει | θα διανεμίζουμε / θα διανεμίσουμε | θα διανεμίζετε / θα διανεμίσετε | θα διανεμίζουν / θα διανεμίζουνε / θα διανεμίσουν / θα διανεμίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διανεμίσει | έχεις διανεμίσει | έχει διανεμίσει | έχουμε διανεμίσει | έχετε διανεμίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διανεμίσει | είχες διανεμίσει | είχε διανεμίσει | είχαμε διανεμίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διανεμίσει / να διανεμίζω / να διανεμίσω | να έχεις διανεμίσει / να διανεμίζεις / να διανεμίσεις | να έχει διανεμίσει / να διανεμίζει / να διανεμίσει | να έχουμε διανεμίσει / να διανεμίζουμε / να διανεμίσουμε | να έχετε διανεμίσει / να διανεμίζετε / να διανεμίσετε | να διανεμίζουν / να διανεμίζουνε / να διανεμίσουν / να διανεμίσουνε |
| Προστακτική | — | διανέμιζε / διανέμισε | — | — | διανεμίζετε / διανεμίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →