διανθής
•
- βοτανικήπου έχει διπλά άνθη Βικιλεξικό
- βοτανικήπου ανθίζει δύο φορές σε ένα έτος Βικιλεξικό
- που είναι στολισμένος με άνθη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διανθής < ελληνιστική κοινή διανθής < αρχαία ελληνική δι- + ἄνθος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διανθής | διανθής | διανθές |
| Γενική | διανθούς | διανθούς | διανθούς |
| Αιτιατική | διανθή | διανθή | διανθές |
| Κλητική | διανθή / διανθής | διανθής | διανθές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διανθείς | διανθείς | διανθή |
| Γενική | διανθών | διανθών | διανθών |
| Αιτιατική | διανθείς | διανθείς | διανθή |
| Κλητική | διανθείς | διανθείς | διανθή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →