διανοητικός
•
- που σχετίζεται με τη διανόηση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- Ξέρει ότι, όταν γράφει, μιλάει με την επιθυμία, δηλαδή με ολόκληρο τον ψυχοσωματικό εαυτό του· κυρίως με τις ασύνειδες και πολυσχιδείς ενορμήσεις του προς έκφραση, οι οποίες, υπερβαίνοντας κάθε πρόθεση, αναγκάζουν τη γλώσσα του να συστοιχηθεί με αυτές και να υπερβεί τη μονοσημία της διανοητικής διατύπωσης για να απεικονίσει την πρόσληψή του της πραγματικότητας με μεγαλύτερη ακρίβεια και καθαρότητα απ' ό,τι ο μη λογοτεχνικός λόγος. (Νάσος Βαγενάς, Πίσω στον συγγραφέα, εφημερίδα Το Βήμα, 3/5/2013 https://www.tovima.gr/2013/05/03/opinions/pisw-ston-syggrafea/)
- νοητικός Βικιλεξικό
- στοχαστικός, έννους, νοερός, πνευματικός, εγκεφαλικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διανοητικός < αρχαία ελληνική διανοητικός < διανοέω < διά + νοέω < νόος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διανοητικός | διανοητική | διανοητικό |
| Γενική | διανοητικού | διανοητικής | διανοητικού |
| Αιτιατική | διανοητικό | διανοητική | διανοητικό |
| Κλητική | διανοητικέ | διανοητική | διανοητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διανοητικοί | διανοητικές | διανοητικά |
| Γενική | διανοητικών | διανοητικών | διανοητικών |
| Αιτιατική | διανοητικούς | διανοητικές | διανοητικά |
| Κλητική | διανοητικοί | διανοητικές | διανοητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →