διανομέας
•
- επάγγελμααυτός που διανέμει και κυρίως παραδίδει ορισμένο αντικείμενο στο δικαιούχο Βικιλεξικό
- ταχυδρομικός διανομέας
- ονομασία συσκευών, κυρίως ηλεκτρονικών, με τις οποίες γίνεται η διανομή ύλης ή ενέργειας Βικιλεξικό
- διανομέας 802.11g με 4 θέσεις ethernet 10/100
- δίκτυο υπολογιστώνhub: βλ. συνώνυμο πλήμνη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διανομέας < διανομ(ή) + -εύς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διανομέας | διανομείς |
| Γενική | διανομέα / διανομέως | διανομέων |
| Αιτιατική | διανομέα | διανομείς |
| Κλητική | διανομέα | διανομείς |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →