Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διανομέας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμααυτός που διανέμει και κυρίως παραδίδει ορισμένο αντικείμενο στο δικαιούχο Βικιλεξικό
    • ταχυδρομικός διανομέας
  2. ονομασία συσκευών, κυρίως ηλεκτρονικών, με τις οποίες γίνεται η διανομή ύλης ή ενέργειας Βικιλεξικό
    • διανομέας 802.11g με 4 θέσεις ethernet 10/100
  3. δίκτυο υπολογιστώνhub: βλ. συνώνυμο πλήμνη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διανομέας < διανομ(ή) + -εύς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιανομέαςδιανομείς
Γενικήδιανομέα / διανομέωςδιανομέων
Αιτιατικήδιανομέαδιανομείς
Κλητικήδιανομέαδιανομείς

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →