Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαντίδραση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. νεολογισμός: εκπαίδευσηδιάδραση Βικιλεξικό
    • Η «συνάντηση» αυτή δε λαμβάνει χώρα σε έναν πραγματικό (real), φυσικό χώρο, αλλά σε έναν ψηφιακό (digital) ή δυνητικό (virtual) χώρο, ο οποίος: α) κατασκευάζεται με τη χρήση των τεχνολογιών της πληροφορίας και της επικοινωνίας (ΤΠΕ), β) διαμεσολαβεί την επαφή των ατόμων ή των ομάδων μεταξύ τους, και γ) καθιστά εφικτή τη συνεχή διαντίδραση (interaction) μεταξύ των μελών της κοινότητας. (* εφημερίδα Καθημερινή)

Ετυμολογία

διαντίδραση < (διά) δι- + αντί- + δράση (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική interaction)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιαντίδρασηδιαντιδράσεις
Γενικήδιαντίδρασηςδιαντιδράσεων
Αιτιατικήδιαντίδρασηδιαντιδράσεις
Κλητικήδιαντίδρασηδιαντιδράσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →