Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διανυκτέρευση

/ði̯a.niˈkte.ɾef.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διανυκτερεύω Βικιλεξικό
  2. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διανυκτερεύω Βικιλεξικό
  3. στρατιωτικός όροςη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διανυκτερεύω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διανυκτέρευση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διανυκτέρευ(σις) + -ση < αρχαία ελληνική διανυκτερεύω < διά (δια-) + νυκτερεύω < νύκτερος < νύξ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιανυκτέρευσηδιανυκτερεύσεις
Γενικήδιανυκτέρευσηςδιανυκτερεύσεων
Αιτιατικήδιανυκτέρευσηδιανυκτερεύσεις
Κλητικήδιανυκτέρευσηδιανυκτερεύσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →