διαξονικός
•
- που έχει δύο άξονες Βικιλεξικό
- μονοαξονικός ή μονοάξονας κρύσταλλος (uniaxial crystal) - 'διαξονικός ή διάξονας κρύσταλλος (biaxial crystal)
- διαξονική ίνα άνθρακα
- άξονας τηλεσκοπίου (διαξονική διάταξη - biaxial)
- άλλες μορφές: διάξονας (επίθετο)
- ειδικότεραπου διαθέτει δύο άξονες, δηλαδή δύο συστήματα τροχών που στηρίζουν και κινούν το όχημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαξονικός < δι- (δις) + -αξονικός (αξονικός < άξον(ας) + -ικός) :* (ιδίως στην ορυκτολογία, κρυσταλλογραφία) μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική biaxial ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαξονικός | διαξονική | διαξονικό |
| Γενική | διαξονικού | διαξονικής | διαξονικού |
| Αιτιατική | διαξονικό | διαξονική | διαξονικό |
| Κλητική | διαξονικέ | διαξονική | διαξονικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαξονικοί | διαξονικές | διαξονικά |
| Γενική | διαξονικών | διαξονικών | διαξονικών |
| Αιτιατική | διαξονικούς | διαξονικές | διαξονικά |
| Κλητική | διαξονικοί | διαξονικές | διαξονικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →