Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαολιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαβολιά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαολιά < διάολος + -ιά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιαολιάδιαολιές
Γενικήδιαολιάςδιαολιών
Αιτιατικήδιαολιάδιαολιές
Κλητικήδιαολιάδιαολιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

διαόλια

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. χαρακτηρισμός για μικρά με ζωηρή, άτακτη ή απείθαρχη συμπεριφορά, με παιγνιώδη ή επιεικώς επιτιμητική διάθεση Βικιλεξικό
    • 20ός/21ος αιώνας ⌘ Ιωάννα Καρυστιάνη, 1952‑ Το φαράγγι, εκδόσεις: Καστανιώτη, Αθήνα 2015, ISBN 9789600359398, @google.gr/books
  2. ονομασία αντικειμένων ή συσκευών που προκαλούν εκνευρισμό λόγω δυσλειτουργίας, πολυπλοκότητας ή απρόβλεπτης χρήσης Βικιλεξικό
  3. εσωτερικές παρορμήσεις, ιδιοτροπίες ή ψυχικές εντάσεις που οδηγούν σε έντονη ευερεθιστότητα ή θυμό, κυρίως σε παγιωμένες φράσεις Βικιλεξικό
    • […] Ο άτιμος ο γαμπρός του, όσο απωθητικός ήταν όταν τον έπιαναν τα διαόλια του, τόσο μαγευτικός γινόταν όταν έπιανε να παίζει ούτι και να τραγουδάει.

Ετυμολογία

διαόλια < διάολος + -ια

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιαόλιαδιαόλια
Γενική—διαολιών
Αιτιατική—διαόλια
Κλητική—διαόλια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →