διαολιά
ουσιαστικό, θηλυκό
•
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
διαόλια
ουσιαστικό, ουδέτερο
•
- χαρακτηρισμός για μικρά με ζωηρή, άτακτη ή απείθαρχη συμπεριφορά, με παιγνιώδη ή επιεικώς επιτιμητική διάθεση Βικιλεξικό
- 20ός/21ος αιώνας ⌘ Ιωάννα Καρυστιάνη, 1952‑ Το φαράγγι, εκδόσεις: Καστανιώτη, Αθήνα 2015, ISBN 9789600359398, @google.gr/books
- ονομασία αντικειμένων ή συσκευών που προκαλούν εκνευρισμό λόγω δυσλειτουργίας, πολυπλοκότητας ή απρόβλεπτης χρήσης Βικιλεξικό
- εσωτερικές παρορμήσεις, ιδιοτροπίες ή ψυχικές εντάσεις που οδηγούν σε έντονη ευερεθιστότητα ή θυμό, κυρίως σε παγιωμένες φράσεις Βικιλεξικό
- […] Ο άτιμος ο γαμπρός του, όσο απωθητικός ήταν όταν τον έπιαναν τα διαόλια του, τόσο μαγευτικός γινόταν όταν έπιανε να παίζει ούτι και να τραγουδάει.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →