Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαπάλη

/ði̯aˈpa.li/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοδιαμάχη ή ανταγωνισμός για την επικράτηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαπάλη < ελληνιστική κοινή διαπᾰ́λη < αρχαία ελληνική διά + πάλη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιαπάλη—
Γενικήδιαπάλης—
Αιτιατικήδιαπάλη—
Κλητικήδιαπάλη—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →