διαπέραση
•
- πλήρης διέλευση σώματος, ενέργειας ή φορέα από ένα εμπόδιο ή μέσο, με έξοδο στην αντίθετη πλευρά Βικιλεξικό
- τεχνολογίαδιαδικασία κατά την οποία ρευστό εισχωρεί στο εσωτερικό υλικού μέσω πόρων, ρωγμών ή μικροδομής Βικιλεξικό
- φυσικήιδιότητα υλικού να επιτρέπει τη διέλευση ακτινοβολίας ή θερμότητας μέσα από τη μάζα του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαπέραση < ελληνιστική κοινή διαπέρασις < αρχαία ελληνική διαπεράω < διά + περάω (2. σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική pénétration)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαπέραση | διαπεράσεις |
| Γενική | διαπέρασης | διαπεράσεων |
| Αιτιατική | διαπέραση | διαπεράσεις |
| Κλητική | διαπέραση | διαπεράσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →