διαπαιδαγωγημένος
•
- που έχει διαπαιδαγωγηθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαπαιδαγωγημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου διαπαιδαγωγώ
Άλλοι τύποι
διαπαιδαγωγημέναδιαπαιδαγωγημένεδιαπαιδαγωγημένεςδιαπαιδαγωγημένηδιαπαιδαγωγημένηςδιαπαιδαγωγημένοδιαπαιδαγωγημένοιδιαπαιδαγωγημένοςδιαπαιδαγωγημένουδιαπαιδαγωγημένουςδιαπαιδαγωγημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →