διαπαιδαγώγηση
•
- η διαδικασία, η μέθοδος ή το αποτέλεσμα του διαπαιδαγωγώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαπαιδαγώγηση < διαπαιδαγωγώ + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαπαιδαγώγηση | διαπαιδαγωγήσεις |
| Γενική | διαπαιδαγώγησης | διαπαιδαγωγήσεων |
| Αιτιατική | διαπαιδαγώγηση | διαπαιδαγωγήσεις |
| Κλητική | διαπαιδαγώγηση | διαπαιδαγωγήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →