διαπερατότητα
•
- η ιδιότητα του διαπερατού, το να είναι κάποιος διαπερατός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαπερατότητα < διαπερατ(ός) + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαπερατότητα | διαπερατότητες |
| Γενική | διαπερατότητας | διαπερατοτήτων |
| Αιτιατική | διαπερατότητα | διαπερατότητες |
| Κλητική | διαπερατότητα | διαπερατότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →